Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Η υπόσχεση του Κυρίου και οι δεύτερες πέτρινες πλάκες




Ο Μωυσής λαμβάνει την αποκάλυψη του Θεού πάνω σε δύο λίθινες πλάκες γραμμένες από το ίδιο το χέρι του Θεού. Ο λαός όμως ανυπομονεί και παραβαίνει την πρώτη εντολή. Ο λαός του Ισραήλ φέρνει πολύτιμα αντικείμενα στον Ααρών και τον πείθουν να κατασκευάσει το άγαλμα ενός μοσχαριού, το οποίο προσκύνησαν, θυσίασαν σ' αυτό και είπαν: "Αυτός είναι ο Θεός που μας έβγαλε από την Αίγυπτο!"
Ο Μωυσής καταφέρνει να καταπραϋνει τον Κύριο από την οργή του, αλλά οργίζεται ο ίδιος τόσο πολύ όταν βλέπει τον λαό να παραβαίνει τον Νόμο που ήταν γραμμένος πάνω στις πλάκες, που πέταξε τις πλάκες από τα χέρια του και τις έσπασε. Ο Νόμος του Θεού αποτελεί ένα κανόνα και μια βάση για την κρίση. Η αμαρτία του λαού δεν θα μένει πια ατιμώρητη.

Παρά την αμαρτία τους, ο Θεός σκοπεύει να εκπληρώσει την υπόσχεσή του και να οδηγήσει τον λαό του Ισραήλ στη γη της επαγγελίας. Ο Κύριος μιλούσε με τον Μωυσή, πρόσωπο με πρόσωπο, όπως συζητάει κανείς με το φίλο του.



*****************



Ο Μωυσής είπε στον Κύριο: "Με πρόσταξες να οδηγήσω αυτό το λαό, αλλά δε μου φανέρωσες ποιον θα στείλεις μαζί μου. Μου είπες ότι με γνωρίζεις με το όνομά μου και οτι έχω την εύνοιά σου. Τώρα, λοιπόν, αν έχω την εύνοιά σου, φανέρωσέ μου ως απόδειξη την πρόθεσή σου. Σκέψου ότι το έθνος αυτό είναι ο λαός σου."

Τότε είπε ο Κύριος: "Θα έρθω εγώ προσωπικά, και μην ανησυχείς".

Ο Μωυσής απάντησε: "Αν δεν έρθεις εσύ ο ίδιος μαζί μας, καλύτερα να μη μας πάρεις καθόλου από δω. Γιατί πως θα γίνει γνωστό ότι εγώ και ο λαός σου έχουμε την εύνοιά σου, αν δεν έρθεις μαζί μας κι αν δε δοξαστούμε εγώ και ο λαός σου πάνω απ' όλους τους λαούς της γης;"

Τότε ο Κύριος απάντησε στο Μωυσή: "Κι αυτό που είπες θα το κάνω, γιατί έχεις πράγματι την εύνοιά μου και σε γνωρίζω με το όνομά σου".

Ο Μωυσής είπε: "Δείξε μου τη δόξα σου".

Και ο Κύριος απάντησε: "Θα περάσω με όλη τη μεγαλοπρέπειά μου μπροστά σου και θα πω το όνομά μου μπροστά σου: "Κύριος". Θα συγχωρώ εκείνον που θέλω να συγχωρήσω και θα σπλαχνίζομαι εκείνον που θέλω να σπλαχνιστώ. Δε θα μπορέσεις όμως", του λέει, "να δεις το πρόσωπό μου, γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να με δει και να μείνει ζωντανός".

Μετά πρόσθεσε ο Κύριος: "Να μια θέση κοντά μου. Στάσου πάνω στο βράχο. Και όταν θα διαβαίνω μέσα στη δόξα της παρουσίας μου, θα σε βάλω στη σχισμή του βράχου, και θα σε σκεπάσω με το χέρι μου ώσπου να περάσω. Μετά θα πάρω το χέρι μου και θα δεις τα νώτα μου, το πρόσωπό μου όμως δεν θα το δεις."

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή:
"Κόψε δύο πέτρινες πλάκες σαν τις προηγούμενες, για να γράψω πάνω σ' αυτές τους λόγους που ήταν σ' εκείνες που έσπασες. Να είσαι έτοιμος νωρίς αύριο το πρωί ν' ανεβείς στο όρος Σινά. Θα σταθείς εκεί μπροστά μου, στην κορυφή του βουνού. Κανένας δε θ' ανεβεί μαζί σου και κανένας δε θα εμφανιστεί πουθενά σ' όλη την περιοχή του βουνού. Ούτε πρόβατα ούτε βόδια θα βόσκουν στους πρόποδες."

Ο μωυσής λάξεψε δύο πλάκες από πέτρα σαν τις πρώτες και νωρίς το πρωί σηκώθηκε κι ανέβηκε στο όρος Σινά, όπως τον είχε διατάξει ο Κύριος. Πήρε στα χέρια του και τις δυο πλάκες.

Ο Κύριος κατέβηκε μέσα σε σύννεφο και στάθηκε κοντά του και είπε το όνομά του:
"Κύριος".

Έπειτα πέρασε μπροστά από το Μωυσή και φώναξε:

"Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Κύριος ο Θεός. Είμαι γεμάτος καλοσύνη και έλεος, υπομονετικός, πιστός και πρόθυμος να συγχωρήσω. Δίνω τη χάρη μου σε χιλιάδες. Συγχωρώ την ανομία, τα σφάλματα, την αμαρτία. Αλλά και δεν αφήνω τίποτε ατιμώρητο. Η τιμωρία για τις ανομίες των πατέρων πέφτει στα παιδιά τους και στων παιδιών τους τα παιδιά, ως την τρίτη και την τέταρη γενιά¨.

Τότε ο Μωυσής έπεσε με βιάση στη γη και προσκύνησε. "Αν λοιπόν έχω την εύνοιά σου, Κύριέ μου", του είπε, "τότε σε ικετεύω να έρθεις μαζί μας, γιατί αυτός ο λαός είναι απείθαρχος. Συγχώρησε την ανομία μας και την αμαρτία μας και λογάριασέ μας για λαό σου".

Τότε ο Κύριος είπε στο Μωυσή: "Εγώ θα συνάψω διαθήκη μπροστά σ' ολόκληρο το λαό σου. Θα κάνω θαύματα τέτοια, που όμοιά τους δεν έγιναν πουθενά σ' όλη τη γη, σε κανένα έθνος. Και όλος ο λαός που σε περιβάλλει θα δει τα έργα μου, γιατί θα είναι φοβερά αυτά που εγώ, ο Κύριος, θα κάνω μέσω εσού...

Έξοδος 33 & 34

Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

Dietrich Bonhoeffer, η Γερμανική εκκλησία και το Ναζιστικό καθεστώς


Τα τελευταία 50 χρόνια, πολλοί Χριστιανοί έχουν μπει στη διαδικασία της επανεξέτασης του ρόλου της Εκκλησίας στη Γερμανία την εποχή του Ναζισμού. Αυτό που γίνεται φανερό είναι το βάθος του χάσματος ανάμεσα στα ιδανικά που η Εκκλησία έχει από ανέκαθεν θέσει για τον εαυτό της και του τρόπου που ανταποκρίθηκε στην αποκτήνωση της Γερμανικής κυβέρνησης υπό την ηγεσία του Αδόλφου Χίτλερ.

Ο Dietrich Bonhoeffer ήταν ένας από τους λίγους ηγέτες της Εκκλησίας που στάθηκε με θάρρος ενάντια στον Φύρερ και τις πολιτικές του. Για να τιμήσει τη μνήμη του το τμήμα Εκκλησιασικών Σχέσεων του U.S. Holocaust Memorial Museum ζήτησε απο τη Victoria Barnett, συγγραφέα του βιβλίου ¨
For the Soul of the People, Protestant Protest Against Hitler¨ να γράψει ένα κείμενο για τον Bonhoeffer καλύπτοντας την εποχή από την άνοδο του Ναζισμού έως τον θάνατό του στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Flossenburg το 1945.

Η ιστορία που ακολουθεί θα δώσει στον αναγνώστη μια γεύση της διαμάχης μέσα στην Προτεσταντική Εκκλησία, καθώς και την εκπληκτική αντίδραση ενός ποιμένα/θεολόγου σ' αυτή την διαμάχη αλλά και στην αναταραχή που επικρατούσε στο ίδιο το Γερμανικό έθνος.

"Το έσχατο ερώτημα που ένας υπεύθυνος άνδρας θα ρωτούσε είναι όχι πως ο ίδιος θα μπορούσε να ξεμπλέξει ηρωικά από την υπόθεση, αλλά πως η επερχόμενη γενιά θα συνεχίσει να ζεί." Dietrich Bonhoeffer, Δεκέμβριος 1942
Τα χρόνια μετά το θάνατό του, ο Προτεστάντης θεολόγος Dietrich Bonhoeffer έχει γίνει ευρέως γνωστός ως ένας από τους λίγους Χριστιανούς μάρτυρες σε μια ιστορία που κηλιδώθηκε από τη Χριστιανική συνέργεια με το Ναζισμό. Εκτελέστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Flossenburg στις 9 Απριλίου του 1945, για το ρόλο που έπαιξε στην αντίσταση ενάντια στον Χίτλερ. Οι επιστολές του
Bonhoeffer καθώς και τα θεολογικά του έργα επηρεάζουν ακόμα Χριστιανούς σε όλο τον κόσμο.

Από πολλές απόψεις πάντως, η κληρονομιά του Bonhoeffer είναι σύνθετη. Η εμπειρία του με το Ναζισμό τον ώθησε σε έντονη σύγκρουση με ένα τμήμα της θρησκευτικής του παράδοσης, εγείροντας ερωτήματα που δεν κατάφερε να απαντήσει πριν η ζωή του φτάσει στο τέλος της. Τα ερωτήματα αυτά συνεχίζουν να τα αντιμετωπίζουν όσοι εξερευνούν τη σχέση του Bonhoeffer με τη σημερινή εποχή.

Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως σε σχέση με την αντίληψη που είχε ο Bonhoeffer για τη σχέση Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού. Όσον αφορά τις πολιτικές του σκέψεις και τη δημόσια αντίθεσή του στο Ναζιστικό καθεστώς, ο Bonhoeffer με βεβαιότητα ξεπέρασε τους περισσότερους συντρόφους και συμπατριώτες του. Παρ' όλα αυτά, αρκετό από το θεολογικό του έργο αντικατοπτρίζει παραδοσιακές Χριστιανικές συμπεριφορές απέναντι στον Ιουδαϊσμό. Όπως και οι περισσότεροι Χριστιανοί της γενιάς του, ο Bonhoeffer πίστευε πως ο ιδιαίτερος στόχος του Θεού για τον Εβραϊκό λαό ήταν η τελική αποδοχή του Ιησού ως Μεσσία.

Σαν συνέπεια αυτών των θέσεων Χριστιανοί και Εβραίοι ιστορικοί εκτιμούν την κληρονομιά του Bonhoeffer αρκετά διαφορετικά. Για πολλούς Χριστιανούς, η αντίστασή του κατά του Ναζισμού και οι διορατικές σκέψεις που εκφράζονται στα γραπτά του προσφέρουν νέα ηθικά και θεολογικά μοντέλα. Μερικοί Εβραίοι μελετητές, ωστόσο, ισχυρίζονται πως ο Bonhoeffer ενήργησε για λογαριασμό της εκκλησίας του και πως καθοδηγούνταν από μια βαθιά αίσθηση πατριωτισμού, και συνεπώς δεν ενεργούσε για χάρη των Ευρωπαίων Εβραίων. Εξ αιτίας αυτού, και επειδή η Χριστιανική παράδοση ήταν το κεντρικό σημείο αναφοράς του, πολλές από τις σκέψεις του μοιάζουν εντελώς άσχετες με την Εβραϊκή κοινότητα.
Πως θα έπρεπε να κατανοήσουμε το ρόλο του Dietrich Bonhoeffer;
Ποιά ήταν τα κίνητρά του;
Ποιά είναι η κληρονομιά που μας άφησε ως επακόλουθο του Ολοκαυτώματος;

Ο Dietrich Bonhoeffer γεννήθηκε στο Breslau στις 4 Φεβρουαρίου του
1906. Ήταν το έκτο παιδί του Karl και της Paula Bonhoeffer. Ο πατέρας του ήταν ένας διαπρεπής καθηγητής της ψυχιατρικής και της νευρολογίας, ενώ η μητέρα του ήταν μια από τις λίγες γυναίκες της γενιάς της που ήταν κάτοχος πανεπιστημιακού τίτλου.

Η Paula Bonhoeffer επέλεξε να εκπαιδεύσει τα παιδιά της τα πρώτα τους χρόνια στο σπίτι παρατηρώντας πως: "Οι Γερμανοί νιώθουν την αξιοπρέπειά τους να τσακίζεται δυο φορές στη ζωή τους: πρώτα στα σχολεία και μετά στο στρατό". Η έμφασή της σε ένα ισχυρό ηθικά και πνευματικά χαρακτήρα ήταν κάτι κοινό σε όλη την οικογένεια Bonhoeffer. Αυτό έγινε φανερό στα τραγικά επακόλουθα της αποτυχημένης απόπειρας δολοφονίας του Αδόλφου Χίτλερ, όταν τέσσερα μέλη του στενού οικογενειακού κύκλου εκτελέστηκαν: δύο γιοί (Dietrich και Klaus) και δύο γαμπροί (Hans von Dohnanyi και Rudiger Schleicher).

Απο την αρχή, τα ενδιαφέροντα του Bonhoeffer υπερέβαιναν τα όρια της Γερμανικής ακαδημαϊκής κοινότητας, και η διανοητική του ικανότητα καθώς και τα επιτεύγματά του στο θεολογικό τομέα τον έκαναν γρήγορα διάσημο. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Tubingen
και στο Βερολίνο με τη διατριβή του το 1927, Sanctorum Communio υπό τον Reinhold Seeberg. Το 1928 υπηρέτησε ως εφημέριος στη Γερμανική ενορία στη Βαρκελώνη. Το 1930 ολοκλήρωσε τις θεολογικές του εξετάσεις και φοίτησε στο Union Seminary στη Νέα Υόρκη. Δραστηριοποιήθηκε επίσης στο νεοσύστατο οικουμενικό κίνημα, αποκτώντας έτσι διασυνδέσεις που θα αποδεικνύονταν πάρα πολύ σημαντικές στο έργο του στην αντίσταση. Το 1931, ο Bonhoeffer ξεκίνησε να διδάσκει στη θεολογική σχολή του Βερολίνου.
Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία στα τέλη του Ιανουαρίου του 1933, η εκκλησία του Bonhoeffer εισήλθε στην πιο δύσκολη περίοδο της ιστορίας της.

Από το ξεκίνημά της, η Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία (η κυρίαρχη Προτεσταντική εκκλησία της Γερμανίας) διαμορφώθηκε υπό την επιρροή του εθνικισμού και την υπακοή στην κρατική εξουσία. Επηρεασμένοι από αυτές τις παραδόσεις, και ανακουφισμένοι που ένας στιβαρός νέος ηγέτης είχε αναδυθεί μέσα από το χάος που είχε προηγηθεί, πολλοί Προτεστάντες καλωσόρισαν την άνοδο του Ναζισμού.

Πιο συγκεκριμένα, μια ομάδα που αποκαλείτο οι Deutsche Christen ("Γερμανοί Χριστιανοί") έγιναν η φωνή της Ναζιστικής ιδεολογίας μέσα στην Ευαγγελική Εκκλησία, υποστηρίζοντας ακόμη και την αφαίρεση της Παλαιάς Διαθήκης από την Αγία Γραφή. Το καλοκαίρι του 1933, αναφερόμενοι στους κρατικούς νόμους περί της Αρίας φυλής, που απαγόρευαν σε όλους τους "μη-Αρίους" την κατάταξη στον στρατό, οι Deutsche Christen εισηγήθηκαν μια παρόμοια πρόταση και για την εκκλησία για να αποκλείσουν τους "μη-Αρίους" από τη διακονία ή τη διδασκαλία στην εκκλησία.

Η διαμάχη που επακολούθησε παρολίγο να διασπάσει τη Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία. Παρά τον ευρέως διαδεδομένο αντι-Σημητισμό και τον ενθουσιασμό για το Ναζισμό, οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ηγέτες ακλόνητοι υποστήριξαν τη "Judenmission", τον ευαγγελισμό, τον προσηλυτισμό και το βάπτισμα των Εβραίων. Αλλά οι Deutsche Christen ισχυρίζονταν πως οι Εβραίοι, ως "ξεχωριστή φυλή", δεν μπορούσαν να γίνουν μέλη μιας "Αρίας" Γερμανικής εκκλησίας ούτε ακόμη μέσω του βαπτίσματος - μια ξεκάθαρη αποκύρηξη της αξιοπιστίας της διδασκαλίας των ευαγγελίων.

Η αντίδραση του Προτεσταντισμού στην "Αριανή παράγραφο", δεν βασιζόταν λοιπόν σε διαφωνίες για τη ρατσιστική πολιτική των Ναζί, αλλά σε ένα σημαντικό στοιχείο του Χριστιανικού δόγματος.

Εντούτοις, η ιστορία αυτή οδήγησε τους εκκλησιαστικούς ηγέτες σε μια δημόσια αντιπαράθεση σχετικά με ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της Ναζιστικής ιδεολογίας. Σ' αυτή την αρχική μάχη για τη διατήρηση της εκκλησιαστικής ανεξαρτησίας, οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ηγέτες απέφυγαν το βαθύτερο πρόβλημα: πως είχε γίνει μια επίθεση στα δικαιώματα όλων των Γερμανών Εβραίων. Πράγματι, πολλοί από αυτούς που αντιτίθενταν στην "Αριανή παράγραφο" στην εκκλησία, υποστήριζαν, κατά τα άλλα, τους περιορισμούς που έθετε το καθεστώς στους Γερμανούς Εβραίους.

Ο Bonhoeffer εναντιώθηκε σθεναρά στην "Αριανή παράγραφο", επιχειρηματολογώντας πως τυχόν επικύρωσή της θα παρέδιδε τις Χριστιανικές αρχές στην πολιτική ιδεολογία. Εάν οι "μη-Άριοι" αποκλείονταν απο τη διακονία, επιχειρηματολόγησε, τότε και οι συνεργάτες τους θα έπρεπε δείχνοντας αλληλεγγύη κι αυτοί να παραιτηθούν, ακόμη και αν αυτό θα σήμαινε την δημιουργία μιας νέας εκκλησίας - μια "Ομολογούσα" εκκλησία που θα παρέμενε ελεύθερη από τη Ναζιστική επιρροή. Αυτή όμως ήταν μια μειοψηφούσα άποψη, οι περισσότεροι Γερμανοί επίσκοποι ήθελαν να αποφύγουν τη σύγκρουση με το Ναζιστικό καθεστώς και να κρατήσουν τις περιφερειακές τους εκκλησίες ενωμένες.

Οι ισχυρότεροι αντίπαλοι της Ναζιστικής επιρροής στις εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένου του Dietrich Bonhoeffer, τελικά σχημάτισαν την "Ομολογούσα Εκκλησία". Αλλά, ενώ μερικοί απο τους Ομολογούντες Χριστιανούς τοποθετήθηκαν ανοιχτά υπέρ της αντίστασης ενάντια στο καθεστώς, πιο μετριοπαθείς Προτεστάντες (εντός και εκτός της Ομολογούσας Εκκλησίας) έκαναν αυτό που θεώρησαν ως απαραίτητους συμβιβασμούς. Καθώς η ναζιστική δικτατορία αύξησε την πίεση, η Ομολογούσα Εκκλησία παρέλυσε.

Σε ένα δοκίμιό του τον Απρίλιο του 1933, "Η Εκκλησία και το Εβραϊκό Ερώτημα", ο Dietrich Bonhoeffer ήταν ο πρώτος που επιλήφθηκε των νέων προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εκκλησία κάτω από τη Ναζιστική δικτατορία. Υπήρξαν κάποιες εκπληκτικές απόψεις που διατυπώθηκαν σ' αυτό το δοκίμιο, αλλά υπάρχουν και πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι αναγνώστες. Αν και κάλεσε την εκκλησία να υπερασπισθεί τα θύματα της κρατικής βίας, η υπεράσπιση των Εβραίων σημαδεύτηκε από τον Χριστιανικό "υπερβατισμό", "supersessionism" - την Χριστιανική πεποίθηση δηλαδή πως ο Χριστιανισμός έχει υπερκαλύψει τον Ιουδαϊσμό, τόσο ιστορικά όσο και στα μάτια του Θεού.

"Η ιστορία των παθών αυτού του λαού, που αγαπήθηκαν αλλά και τιμωρήθηκαν από το Θεό, είναι το σημάδι της τελικής επιστροφής του λαού Ισραήλ στο Θεό του", έγραψε ο Bonhoeffer. "Και αυτή η επιστροφή πραγματοποιείται με τη μεταστροφή του Ισραήλ στο Χριστό".

Αλλά ο Bonhoeffer συνειδητοποίησε επίσης πως ο Ναζισμός έθετε μια πολύ διαφορετική πρόκληση προς τις εκκλησίες, και εδώ πράγματι ήταν πρωτοπόρος.

Η εκκλησία δεν καλείται απλώς να ξεκαθαρίσει τη συμπεριφορά της απέναντι στον Ιουδαϊσμό και τους Ισραηλίτες, σημείωνε. Το αληθινό ερώτημα ήταν πως η εκκλησία θα αξιολογούσε και θα ανταποκρινόταν στις ενέργειες του Ναζιστικού κράτους ενάντια στους Εβραίους.
Σ' αυτό το σημείο ο Bonhoeffer ήταν κατηγορηματικός σχετικά με την υποχρέωση της πολιτείας να καταπολεμήσει την πολιτική αδικία. Η εκκλησία θα πρέπει, έγραψε, να πολεμήσει το κακό σε τρία επίπεδα: Το πρώτο ήταν να αμφισβητήσει την κρατική αδικία και να κάνει έκκληση προς την κρατική εξουσία να επιδείξει υπευθυνότητα, το δεύτερο ήταν να βοηθήσει τα θύματα της αδικίας, ανεξάρτητα από το αν ήταν μέλη της εκκλησίας ή όχι.

Εν τέλει, ίσως η εκκλησία χρειαζότανε "όχι μόνο να βοηθήσει τα θύματα που είχαν βρεθεί κάτω από τον τροχό, αλλά και να πέσει η ίδια στις ακτίνες του τροχού" με στόχο να σταματήσει τη μηχανή της αδικίας.

Το κείμενό του αποκάλυπτε τα δύο επίπεδα στα οποία θα λειτουργούσαν η σκέψη και οι πράξεις του Bonhoeffer κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ.

Στο πρώτο επίπεδο, διαπίστωνε πως το ολοκληρωτικό δόγμα του Ναζισμού απαιτούσε μια πολιτική αντίδραση από τις εκκλησίες. Ολοκλήρωσε τη συγγραφή του κειμένου τις ημέρες που ακολούθησαν την 1 Απριλίου 1933, που έλαβε χώρα το μποϊκοτάζ των Εβραϊκών επιχειρήσεων. Το κείμενό του λοιπόν, "Η Εκκλησία και το Εβραϊκό Ζήτημα" ήταν μια κατηγορηματική ηθική δέσμευση προς όλους εκείνους που διώχθηκαν από το Ναζισμό. Κατά τη διάρκεια της ίδιας εβδομάδας, ο ίδιος και ο αδερφός του Klaus συναντήθηκαν με τον Αμερικάνο θεολόγο Paul Lehmann και ετοίμασαν μια επιστολή στον ηγέτη των Εβραίων στις Η.Π.Α. τον ραβί Stephen Wise.

Ο Bonhoeffer έβλεπε ξεκάθαρα τα μέτρα ενάντια στους Εβραίους σαν θέμα πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών (κάποιοι ερευνητές πιστεύουν πως επηρεάστηκε από τη στενή του φιλία στο Union Seminary με έναν αφροαμερικάνο συμφοιτητή του, τον Frank Fisher, και τις εμπειρίες του Fisher με το ρατσισμό.)
Σε θεολογικό επίπεδο, πάντως, ο Bonhoeffer πίστευε ακόμα πως το "Εβραϊκό ζήτημα" θα επιλυότανε οριστικά μόνο μέσον του προσηλυτισμού των Εβραίων. Ποτέ δεν εγκατέλειψε αυτή την άποψη κατηγορηματικά, μια άποψη που ήτανε ευρέως διαδεδομένη στη Χριστιανική εκκλησία, ακόμα και στους οικουμενικούς κύκλους που ήταν και οι πλέον δραστήριοι, βοηθώντας τους Εβραίους πρόσφυγες του Ναζισμού.

Στο τέλος του 1933, οι
Deutsche Christen είχαν πετύχει να ελέγχουν πολλές Προτεσταντικές εκκλησίες σε όλη τη Γερμανία. Η πολιτική τους να αποκλείουν όσους είχαν "εβραϊκό αίμα" από τη διακονία εγκρίθηκε, το Σεπτέμβριο του 1993, από την εθνική εκκλησιαστική σύνοδο στο Wittenberg. Την επόμενη μέρα, ο Bonhoeffer έστειλε ένα τηλεγράφημα στην οικουμενική ογάνωση της Ελβετίας:

"H Άρεια παράγραφος, είναι εν ισχύει, παρακαλώ όπως συντάξετε υπόμνημα ενάντια σ' αυτό και ενημερώσατε τον τύπο άμεσα."

Ο Bonhoeffer είχε κατανοήσει αμέσως πόσο σημαντικό ήταν να ενημερωθεί η διεθνής Χριστιανική κοινότητα σχετικά με τα τεκτενόμενα στη Ναζιστική Γερμανία. Μέσα στη Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία, ξεκίνησε μια διαμάχη για το ποιά ομάδα θα εκπροσωπούσε την Εκκλησία διεθνώς. Ο Bonhoeffer συνέχισε να ενημερώνει τακτικά τους οικουμενικούς του φίλους, οι οποίοι και όχι μόνο λόγω του σεβασμού τους προς το πρόσωπό του, αρνήθηκαν να αποδεχτούν την επίσημη εκκλησιαστική εκδοχή των γεγονότων στην Γερμανία.

Οι δραστηριότητες του Bonhoeffer σ' αυτό το μέτωπο έγιναν σύντομα πολύ έντονες. Αρκετές ημέρες πριν τη Σύνοδο του Wittenberg, πήρε μέρος στο συνέδριο της Παγκόσμιας Συμμαχίας στη Σόφια, στη Βουλγαρία, όπου και "μίλησε εντελώς ανοιχτά σχετικά με το Εβραϊκό ζήτημα, την Άρεια παράγραφο μέσα στην εκκλησία... και σχετικά με το ερώτημα για το μέλλον των μοιονοτήτων" στη Γερμανία.Με την παρότρυνση του Bonhoeffer οι σύνεδροι ψήφισαν ένα καταδικαστικό ψήφισμα ως αναφορά τις Γερμανικές
πράξεις ενάντια στους Εβραίους:

Αποδοκιμάζουμε ιδιαιτέρως το γεγονός πως τα κρατικά μέτρα ενάντια στους Εβραίους της Γερμανίας είχαν τέτοια επίδραση στη κοινή γνώμη που σε μερικούς κύκλους η Εβραϊκή φυλή θεωρείται μια κατώτερη φυλή.

Ο Bonhoeffer πήγε ένα αντίγραφο από αυτό το ψήφισμα στον Γερμανό πρόξενο στη Σόφια, για να αποδείξει ότι οι η Γερμανική πολιτική απέναντι στους Εβραίους τραυμάτιζε την εικόνα της Γερμανίας στο εξωτερικό. Οι ηγέτες της Γερμανικής Ευαγγελικής Εκκλησίας στο Βερολίνο οργισμένοι απαίτησαν να αποσυρθεί
από τις οικουμενικές δραστηριότητες, αλλά ο Bonhoeffer αρνήθηκε. Το ψήφισμα της Σόφιας προκάλεσε ακόμη και τη διαμαρτυρία του Γερμανικού υπουργείου εξωτερικών:

Προκλήσεις ενάντια στη Γερμανία έχουν αναφερθεί εξαιτίας του Εβραϊκού ζητήματος σε κύκλους που ήτανε μέχρι πρότινος ανυπόκριτα θετικοί προς εμάς, και έχουν εκφρασθεί εμφατικά και δημόσια την ίδια ακριβώς στιγμή που η Γερμανία, λόγω της επερχόμενης συνάντησης της Ένωσης των Εθνών, θα δεχθεί κακοπροαίρετη επίθεση λόγω του Εβραϊκού ζητήματος...

Η κριτική αυτή το μόνο που κατάφερε ήταν να ενισχύσει την ειλημμένη απόφαση του Bonhoeffer. Έγινε επίσης πιο αποφασιστικός στις ενέργειές του. Τον Απρίλιο του 1993, του ζητήθηκε από την αδερφή του και τον σύζυγό της, Gerhard Leibholz, να αναλάβει την κηδεία του πατέρα του Leibholz. Η οικογένεια Leibholz, αν και ήταν προσήλυτοι Εβραίοι, είχαν επηρεασθεί από τους Ναζιστικούς ρατσιστικούς νόμους, ο Gerhard Leibholz μάλιστα είχε ήδη χάσει την εκπαιδευτική του θέση. Ο πρεσβύτερος Leibholz δεν ανήκε πάντως σε καμία εκκλησία ή συναγωγή, και ο Bonhoeffer αρνήθηκε να αναλάβει την κηδεία αφού είχε λάβει προειδοποίηση από τον υπεύθυνο της εκκλησίας του να μην αναλάβει την κηδεία ενός μη-μέλους της εκκλησίας.

Μέχρι τον Νοέμβριο ο Bonhoeffer είχε μετανοήσει για την πράξη του αυτή. Σε μια συναισθηματικά φορτισμένη επιστολή προς την αδερφή του και τον σύζυγό της απολογήθηκε: "Πως είναι δυνατόν να φοβήθηκα τόσο πολύ; ...Θα πρέπει να ζητήσω και από τους δυο σας να συγχωρήσετε την αδυναμία μου. Σήμερα πια είμαι σίγουρος πως θα έπρεπε να είχα ενεργήσει διαφορετικά."

Προς το τέλος του 1993,
ο Bonhoeffer απέρριψε μια θέση σε ενορία του Βερολίνου, λέγοντας πως δε θα μπορούσε να δεχτεί την ώρα που "μη-Άριοι" συνάδελφοί του ήταν αποκλεισμένοι από τέτοιες θέσεις. Αποφάσισε να δεχτεί μια θέση σε μια από τις Γερμανόφωνες συναθροίσεις του Λονδίνου. Σε μια επιστολή προς τον Karl Barth, ο Bonhoeffer έγραψε πως ξαφνικά συνειδητοποίησε πως βρισκόταν σε αντίθεση με όλους τους φίλους του και έτσι αποφάσισε πως "ήταν η ώρα να πάω για λίγο στην έρημο." Έφυγε από τη Γερμανία μέσα σε απόγνωση για τη δειλία που έδειξε μέσα στην εκκλησία του.

Η ενορία του Bonhoeffer στο Λονδίνο αποτέλεσε μια όαση για Χριστιανούς και Εβραίους πρόσφυγες, και μια στενή φιλία γεννήθηκε ανάμεσα στον Bonhoeffer και τον επίσκοπο George Bell του Chichester. Ο Bonhoeffer συνέχισε τη μάχη του για την οικουμενική αναγνώριση της Ομολογούσης Εκκλησίας, επιτυγχάνοντας νίκη τον Αύγουστο του 1934, στο συνέδριο της Παγκόσμιας Συμμαχίας στο Fano της Δανίας, όπου ο οικουμενικός αυτός οργανισμός αποφάσισε, παρά τις διαμαρτυρίες της επίσημης Γερμανικής εκκλησίας, να αναγνωρίσει αντιπροσώπους και απο τις δύο Γερμανικές τάσεις.

Στα τέλη του 1934, η ενορία του Bonhoeffer στο Λονδίνο και αρκετές άλλες γερμανικές ενορίες στο Λονδίνο, αποσύρθηκαν από την επίσημη Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία, διακηρύσσοντας την υποστήριξή τους προς την Ομολογούσα Εκκλησία.

Τον Απρίλιο του 1935, ο Bonhoeffer επέστρεψε στη Γερμανία, όπου η Ομολογούσα Εκκλησία βρισκόταν υπό την αυξανόμενη πίεση της Γκεστάπο. Παρ' όλα αυτά οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων και μερικών από την Ομολογούσα Εκκλησία, όχι μόνο αρνήθηκαν να αντιταχθούν ανοιχτά στο Ναζιστικό καθεστώς, αλλά άσκησαν και κριτική στους συναδέλφους τους που το έπραξαν. Σαν συνέπεια, οι πιο ριζοσπαστικοί Ομολογούντες Χριστιανοί βρέθηκαν να δέχονται επιθέσεις από όλες τις πλευρές.

Τον Σεπτέμβριο του 1935, λιγότερο από δυο εβδομάδες από την ανακοίνωση των Νόμων της Νυρεμβέργης, που εξάλειψαν και τα τελευταία δικαιώματα των Εβραίων, οι ηγέτες της Ομολογούσας Εκκλησίας συνεδρίασαν σε ένα προάστιο του Βερολίνου ονόματι Steglitz. Ανάμεσά τους ήταν και μια μικρή ομάδα ακτιβιστών που είχαν ήδη αρχίσει, με μικρά βήματα, να βοηθούν τους Εβραίους. Μια από αυτές ήταν και μια διακόνισσα στο Βερολίνο, η Marga Meusel. Αν και οι περισσότεροι που ζητούσαν βοήθεια ήταν Εβραίοι Χριστιανοί, η Meusel ήταν οργισμένη από τον διωγμό όλων αυτών που εμπλέκονταν στους Ναζιστικούς ρατσιστικούς νόμους.

Η Meusel μάλιστα είχε γράψει ένα σημείωμα στους εκκλησιαστικούς ηγέτες σχετικά με τις δοκιμασίες των "μη-Αρίων" Χριστιανών το Μάιο του 1935. Αλλά τέσσερις μήνες αργότερα, το ξαναέγραψε, αναφερόμενη όχι πια στους "μη-Αρίους" Χριστιανούς, αλλά σε όλους τους Εβραίους, καταγγέλωντας μάλιστα τη σιωπή της εκκλησίας σ' αυτό το θέμα. Και περισσότερο κατήγγειλε εκείνους που θεώρησαν τις διώξεις των Ναζί στους Εβραίους ως θέλημα Θεού:

"Από πότε έχει ο διάβολος το δικαίωμα να παρουσιάζει τις διεστραμμένες πράξεις του ως θέλημα Θεού;"

Ήταν επιβεβλημένο, συνέχιζε, πως η εκκλησία δημόσια θα εναντιωθεί σ' αυτά τα μέτρα και θα βοηθήσει όλο τον κόσμο - χριστιανούς και μη - που επηρεάζεται απο αυτά.

Ο επιστάτης της εκκλησίας του Βερολίνου Martin Albertz αγωνίστηκε για να μπει η δήλωση της Meusel στην ατζέντα της Συνόδου στο Steglitz. Αλλά οι περισσότεροι σύνεδροι θέλανε να αποφύγουνε το θέμα εντελώς, πολλοί μάλιστα απείλησαν πως θα αποχωρήσουν απο το συνέδριο αν το "Εβραϊκό ζήτημα" ερχόταν προς συζήτηση. Κάποιοι μάλιστα πρότειναν να εκδοθεί ένα ψήφισμα που θα υποστήριζε κατηγορηματικά το δικαίωμα του κράτους να ρυθμίζει τα θέματα των Εβραίων, κι έτσι φυσικά θα απέφευγε η Ομολογούσα Εκκλησία τις κυρώσεις των νόμων της Νυρεμβέργης.

Ο Bonhoeffer μόλις είχε αρχίσει να διδάσκει στο Finkenwalde, ένα σεμινάριο της Ομολογούσας Εκκλησίας, όταν έλαβε μια επείγουσα έκκληση από τους φίλους του στο Βερολίνο για να έρθει στο Steglitz. Οι προσπάθειές τους στη σύνοδο είχαν ανάμικτα αποτελέσματα. Η αναφορά της Meusel και το βαθύτερο ζήτημα σχετικά με τα πολιτικά γεγονότα ση Ναζιστική Γερμανία παρακάμθηκαν, η διαμάχη περιορίστηκε στο παλαιό θέμα του αν θα επιτρεπότανε στους βαπτισμένους Εβραίους να παραμείνουν στην εκκλησία. Τελικά η σύνοδος πέρασε μια πρόταση υποστήριξης του βαπτίσματος των Εβραίων, η Meusel και ο Bonhoeffer καταδίκασαν την αποτυχία αυτή της συνόδου να κινηθεί πέρα από μια πολύ περιορισμένη αναφορά στους "μη-Αρίους" χριστιανούς.

Ο Bonhoeffer επέστρεψε στο Finkenwalde και μυστικά συνέχισε να εκπαιδεύει νέους κληρικούς στην Ομολογούσα Εκκλησία. Οι περισσότεροι από τους μαθητές του δεν επιτρεπότανε από την επίσημη εκκλησία να καταλάβουν κάποιες θέσεις, το μέλλον τους ήταν αβέβαιο. Οι πιέσεις της Γκεστάπο αποκορυφώθηκαν τον Αύγουστο του 1939 με το διάταγμα του Χίμλερ, που διακήρυξε την εκπαίδευση και τις εξετάσεις των υποψηφίων για διακονία για την Ομολογούσα Εκκλησία ως παράνομες. Το Σεπτέμβριο του 1937, η Γκεστάπο έκλεισε το Finkenwalde και μέχρι το Νοέμβριο 27 πρώην μαθητές του Bonhoeffer είχαν συλληφθεί.

Ο Bonhoeffer πέρασε τα δύο επόμενα χρόνια ταξιδεύοντας μυστικά απο το ένα χωριό στην ανατολική Γερμανία στο άλλο, για να επιβλέπει τους μαθητές του, οι περισσότεροι από τους οποίους διακονούσαν παράνομα σε μικρές ενορίες. Υπό την αυξανόμενη παρακολούθηση της Γκεστάπο, περιόρισε τις δημόσιες δηλώσεις του. Η Γκεστάπο του απαγόρευσε την παραμονή στο Βερολίνο τον Ιανουάριο του 1938, και τον Σεπτέμβριο του 1940 εξέδωσε διαταγή απαγορεύοντάς του να μιλάει δημόσια.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι θεολογικές απόψεις του Bonhoeffer διευρύνθηκαν, ακόμα και καθώς έψαχνε να βρει ποιός θα έπρεπε να είναι πρακτικά ο ρόλος του ως Χριστιανός στη Ναζιστική Γερμανία. Η σχέση μεταξύ Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού αποτέλεσε κομβικό σημείο στη διδασκαλία του.

Τον Οκτώμβριο του 1938 σε μια συνάντηση της Ομολογούσας Εκκλησίας, ρώτησε τους συναδέλφους του εαν, "αντί να επαναλμβάνουμε τις ίδιες ερωτήσεις ξανά και ξανά θα μπορούσαμε να μιλήσουμε τελικά γι αυτό που είναι πραγματικό σημαντικό για εμάς: τι έχει να πει η Ομολογούσα Εκκλησία στο ερώτημα της εκκλησίας και της συναγωγής;"

Εδώ, για πρώτη φορά, περιέγραψε τον Ιουδαϊσμό χρησιμοποιώντας την ίδια ορολογία που χρησιμοποίησε για το Χριστιανισμό: μίλησε για την ισοδυναμία, στα μάτια του Θεού, μεταξύ "εκκλησίας και συναγωγής", για τους Εβραίους ως "αδέρφια των Χριστιανών" και "παιδιά της διαθήκης". Αυτές ήταν επαναστατικές δηλώσεις σε μια εποχή που οι ηγέτες της Γερμανικής Ευαγγελικής Εκκλησίας αρνούνταν οποιαδήποτε δεσμό μεταξύ Χριστιανισμού και Ιουδαϊσμού (με αποκορύφωμα τη σύσταση, το 1939, του "Ινσιτούτο για
την Έρευνα και την Απομάκρυνση της Εβραϊκής Επιρροής στη Θρησκευτική Ζωή του Γερμανικού Λαού.")

Στις 9 Νοεμβρίου του 1938, όταν οι συναγωγές καιγόντουσαν σε όλη τη Γερμανία, ο Bonhoeffer βρισκότανε με τους μαθητές του στην ενδοχώρα της Pomerania. Ένα τηλεφώνημα την επόμενη μέρα τους ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί. Ο Bonhoeffer αμέσως ταξίδεψε στο Βερολίνο για να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για τα γεγονότα. Μετά την επιστροφή του, οι μαθητές του άρχισαν να συζητούν για τη θεολογική σημασία της Κρυστάλλινης Νύχτας (Kristallnacht). Όπως θυμήθηκε αργότερα κάποιος από αυτούς, αρκετοί από τους μαθητές "μίλησε για την κατάρα που κυνηγούσε τους Ιουδαίους από τον θάνατο του Ιησού στο σταυρό." Ο
Bonhoeffer το απέρριψε αυτό με σφοδρότητα, δηλώνοντας πως ο διωγμός αυτός ήταν μια "ξεκάθαρη βία" που αποκάλυπτε το "αθεϊστικό πρόσωπο" του Ναζισμού.

Η αντίδραση του Bonhoeffer στο διωγμό της 9 Νοεμβρίου εξέφραζε τη πεποίθησή του για τη σημασία που είχε για τους Χριστιανούς ο διωγμός των Εβραίων. Στο περιθώριο της Βίβλου του, σημείωσε την ημερομηνία 10 Νοεμβρίου 1938 (είναι η μόνη ημερομηνία σημειωμένη μέσα στη Βίβλο του) δίπλα στα λόγια του εδαφίου 8 στο κεφ. 74 στους Ψαλμούς "Και σκέφτηκαν:

"Όλους ας τους συντρίψουμε μια κι έξω κι ας κάψουμε όλους τους τόπους της λατρείας του Θεού στη χώρα... Θεέ, ως πότε θα ονειδίζει ο καταπιεστής, θα χλευάζει ο πολέμιος για πάντα το όνομά σου;""

Παρόμοια αντίδραση αρχίζει και εκτός Γερμανίας, οικουμενικοί ηγέτες στο εξωτερικό αρχίζουν να μετατοπίζουν το επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους από την Ομολογούσα Εκκλησία στον ολοένα και εντονότερο διωγμό των Εβραίων. Μετά τις διώξεις του Νοεμβρίου, οι τρεις μεγαλύτερες οικουμενικές οργανώσεις στη Γενεύη έστειλαν μια κοινή επιστολή στις εκκλησίες μέλη τους, ανακοινώνοντας τα εξής:

Αυτή τη στιγμή που ο τρομερός διωγμός του Εβραϊκού λαού στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της κεντρικής Ευρώπης έχει φτάσει στην αποκορύφωσή του, αποτελεί καθήκον μας να θυμόμαστε τη στάση που τηρήσαμε ως οικουμενικό κίνημα ενάντια στον αντι-Σημητισμό σε όλες του τις μορφές.

Το οικουμενικό κίνημα είχε μέχρι τότε εστιάσει κυρίως στις δοκιμασίες των "μη-Αρίων" Χριστιανών προσφύγων, τώρα πια όμως η προοπτική του είχε διευρυνθεί. Η επιστολή παρότρυνε τις εκκλησίες να πιέσουν τις κυβερνήσεις τους να δεχθούν περισσότερους Εβραίους πρόσφυγες. Οι οικουμενικοί ηγέτες, και στη Γενεύη και στη Νέα Υόρκη, για πρώτη φορά συνεργαζόμενοι με Εβραϊκές οργανώσεις, εντείνουν τις προσπάθειές τους για να βοηθήσουν τους πρόσφυγες. Έγιναν επαφές με την οργάνωση "Gruber Office" μια οργάνωση απο το Βερολίνο υπό την ηγεσία ενός ποιμένα της Ομολογούσας Εκκλησίας, τον Heinrich Gruber, που τελικά βοήθησε 2.000 πρόσφυγες να φύγουν από τη Γερμανία. Πολλοί Ομολογούντες Χριστιανοί που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη Γερμανία συνεργάστηκαν με τους πρώην συντρόφους τους στη Γερμανία για να προσφέρουν κι αυτοί.

Ένας από αυτούς ήταν και ο Adolf Freudenberg, που κατέφυγε στην Ελβετία το 1939, και ανέλαβε εκεί το ειδικό γραφείο για τους θρησκευτικούς πρόσφυγες του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Παράλληλα, στη Νέα Υόρκη, ο Henry Smith Leiper, ο Εκτελεστικός Γραμματέας του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου των Εκκλησιών, προσπάθησε να ιδρύσει ένα παρόμοιο γραφείο σε Αμερικάνικο έδαφος. Ο Leiper που είχε επισκευθεί τη Γερμανία το 1932, λόγω της ανησυχίας που είχε σχετικά με τον αντι-Σημητισμό, ήταν ένας ευθαρσής επικριτής του Ναζισμού. Είχε κάνει μάλιστα έκκληση για μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών αγώνων του 1936 εξαιτίας των Νόμων της Νυρεμβέργης, και είχε στενή συνεργασία με Χριστιανικές και Ιουδαϊκές ομάδες στις Η.Π.Α. στον αγώνα για ενημέρωση σχετικά με τα συμβάντα στη Ναζιστική Γερμανία.

Μέχρι το 1939, η διεθνής οικουμενική κοινότητα παρακαλοθούσε στενά τα τεκταινόμενα στη Ναζιστική Γερμανία. Παράλληλα, οι πρώτες συναντήσεις της Γερμανικής αντίστασης ήταν γεγονός. Ένας απ' αυτούς που συμμετείχαν στην αντίσταση ήταν και ο Hans von Dohnanyi, ένας δικηγόρος που είχε παντρευτεί την αδερφή του Bonhoeffer. O Dohnanyi ένας παθιασμένος εχθρός του Ναζισμού, μετακινήθηκε το 1939 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στη στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών στο Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων. Αυτό το γραφείο υπό την ηγεσία του ναυάρχου Βίλχελμ Κανάρη και του υποστρατήγου Hans Oster, σύντομα έγινε το επίκεντρο της συνομωσίας.

Στις αρχές του 1939, ο Dohnanyi πλησίασε τον Bonhoeffer σχετικά με την πιθανότητα αντίστασης ενάντια στο καθεστώς. Ήταν μια εποχή προσωπικής αβεβαιόητας για τον Bonhoeffer, που σκεφτόταν πολύ σοβαρά να φύγει από τη Γερμανία. Από τον Dohnanyi γνώριζε πως ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Γνώριζε επίσης πως δε θα μπορούσε ποτέ να πολεμήσει στο στρατό του Χίτλερ. Κθώς ήταν προβληματισμένος, έγραψε στους φίλους του στο οικουμενικό κίνημα, που σύντομα ανταποκρίθηκαν με μια επίσημη προσφορά μιας θέσης στο Union Seminary στη Νέα Υόρκη.

Ο Bonhoeffer έφυγε για τη Νέα Υόρκη τον Ιούνιο του 1939. Πεπεισμένος πως ο Bonhoeffer ήθελε να φύγει μόνιμα από τη Γερμανία, ο Henry Smith Leiper του ζήτησε να αναλάβει το γραφείο του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου με στόχο την βοήθεια των προσφύγων στις Η.Π.Α. Αλλά μόλις έφτασε στις Η.Π.Α. ο Bonhoeffer είχε ήδη αποφασίσει πως η θέση του ήτανε στη Γερμανία.
Οι αμφιβολίες του επιβεβαιώθηκαν από μια επιστολή που έλαβε από τον
Freudenberg, με την οποία τον ενημέρωσε πως η θέση στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θα έπρεπε να δοθεί σε ένα μόνιμο μετανάστη. Ο Bonhoeffer έγραψε στον Reinhold Niebuhr:

Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως έκανα λάθος που ήρθα στην Αμερική...
Δεν θα έχω κανένα δικαίωμα να συμμετάσχω στην αποκατάσταση της Χριστιανικής ζωής στη μεταπολεμική Γερμανία εκτός και αν μοιραστώ τις τωρινές δοκιμασίες με το λαό μου.

Η επιστροφή του στη Γερμανία τον Ιούλιο του 1939, σημάδεψε μια καινούρια περίοδο της ζωής του: ενεργή αντίσταση. Ουσιαστικά ήταν ο μόνος άνθρωπος ικανός να το πραγματοποιήσει, ο Bonhoeffer αποτέλεσε τον ζωτικό κρίκο ανάμεσα στις διεθνείς οικουμενικές προσπάθειες και στη γερμανική συνομωσία ενάντια στο ναζισμό.



Ακόμη και πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, Γερμανοί αντίπαλοι του Χίτλερ είχαν σκεφτεί την ανατροπή του Ναζιστικού καθεστώτος. Το πρώτο σχέδιο ανατροπής του Χίτλερ που όμως δεν κατόρθωσε να γίνει πραγματικότητα ήταν κατά τη διάρκεια της κρίσης στη Sudeten (με τη Γερμανική μειονότητα της Τσεχοσλοβακίας) το 1938. Για να έχει επιτυχία όμως ένα στρατιωτικό πραξικόπημα όμως, θα έπρεπε να έχει την υποστήριξη βασικών στρατιωτικών προσωπικοτήτων. Η πρόθεσή τους όμως να αναλάβουν ένα τέτοιο ρίσκο ελαχιστοποιήθηκε μετά τις Γερμανικές νίκες στην Πολωνία και στο δυτικό μέτωπο. Αυτό εξόργισε τους πολιτικούς συνομώτες σαν τον Dohnanyi, που δεν εμπιστευόταν τους στρατιωτικούς και καταδίκαζε την απροθυμία τους να κινηθούν αποφασιστικά ενάντια στον Χίτλερ.

Γερμανικές αντιστασιακές οργανώσεις ήλπιζαν να πείσουν τους Συμμάχους για τη σοβαρότητα των προθέσεών τους, και να κερδίσουν έτσι υποστήριξη από το εξωτερικό για την ανατροπή του Ναζιστικού καθεστώτος. Τον Οκτώμβριο του 1940, ο Bonhoeffer ξεκίνησε να εργάζεται ως πράκτορας της στρατιωτικής υπηρεσίας κατασκοπίας, προσποιούμενος πως χρησιμοποιεί τις επαφές του στο οικουμενικό κίνημα για να βοηθήσει την εκπλήρωση των στόχων του Ράιχ.

Στην πραγματικότητα όμως, χρησιμοποίησε τις επαφές του για να κάνει γνωστό το αντιστασιακό κίνημα. Σε ταξίδια που πραγματοποίησε στην Ιταλία, στην Ελβετία και τη Σκανδιναβία το 1941 και το 1942, έδωσε πληροφορίες για τις δραστηριότητες της αντίστασης και προσπάθησε να κερδίσει την υποστήριξη στο εξωτερικό για τη Γερμανική αντίσταση.

Ο Dohnanyi και άλλοι είχαν επενδύσει πολύ στις επαφές του Bonhoeffer στο εξωτερικό, ειδικότερα μάλιστα στη δυνατότητα του επισκόπου Georde Bell να μεταφέρει μηνύματα στα υψηλά κλιμάκια της Βρετανικής κυβέρνησης. Ο Bonhoeffer με τη σειρά του προσπάθησε να πείσει τις επαφές του αυτές πως ήταν απαραίτητο ένα σημάδι υποστήριξης από τους Συμμάχους προς τους Γερμανούς συνομώτες, επειδή μόνο κάτι τέτοιο θα έπειθε τους Γερμανούς στρατιωτικούς να κινηθούν ενάντια στον Χίτλερ.

Οι συμμαχικές κυβερνήσεις υποδέχτηκαν όλες αυτές τις βολιδοσκοπήσεις με καχυποψία. Τα στρατιωτικά μέλη της αντίστασης ζητούσαν εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της Γερμανίας καθώς και για τη τοποθέτησή τους σε ηγετικές θέσεις στη μεταπολεμική Γερμανία. Διπλωμάτες και ηγέτες των Συμμαχικών δυνάμεων θεώρησαν τις απαιτήσεις αυτές μη αποδεκτές, και έτσι δεν πήραν ποτέ στα σοβαρά τη δυνατότητα πραξικοπήματος στη Γερμανία. Τον Ιανουάριο του 1943, ο Τσώρτσιλ και ο Ρούσβελτ ανακοίνωσαν πως μόνο η άνευ όρων στρατιωτική ήττα της Γερμανίας θα εξάλειφε τον Ναζισμό.

Παρά τις αρνητικές αυτές τοποθετήσεις, οι συνομώτες συνέχιζαν το σχεδιασμό για την πτώση του Χίτλερ. Αλλά καθώς οι προοπτικές ενός πραξικοπήματος έφθιναν, κάποιοι έψαχναν τρόπους για να βοηθήσουν τα θύματα του Ναζισμού. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1941, όλοι οι Εβραίοι στο Ράιχ διετάχθησαν να φορέσουν το κίτρινο αστέρι, και οι πρώτες απελάσεις προς τα ανατολικά από το Βερολίνο συνέβησαν στις 15 Οκτωμβρίου. Στις 17 & 18 Οκτωμβρίου ο Bonhoeffer και ο Friedriech Perels, ένας δικηγόρος της Ομολογούσας Εκκλησίας, έγραψαν ένα σημείωμα αναφέροντας λεπτομέρειες από τις πρώτες αυτές απελάσεις. Το σημείωμα αυτό εστάλθει σε έμπιστους Γερμανούς αξιωματικούς με την ελπίδα πως θα τους προέτρεπε σε δράση, καθώς και σε επαφές του Οικουμενικού κινήματος, καθώς και στο State Department των Η.Π.Α.

Στο γραφείο του Dohnanyi, ετοιμάστηκε ένα σχέδιο για να φυγαδευτούν Εβραίοι εκτός Γερμανίας προμηθεύοντάς τους έγγραφα που τους εμφάνιζαν ως ξένους πράκτορες. Το σχέδιο αυτό δεν ήταν και τόσο τραβηγμένο, σε πολλές περιπτώσεις Ναζιστικές μυστικές υπηρεσίες είχαν χρησιμοποιήσει Εβραίους πράκτορες σαν κάλυψη. Υπήρχε, ακόμη, μια υπόγεια επιχείρηση που βοηθούσε στη μετανάστευση των Εβραίων έναντι αδρού οικονομικού τιμήματος.

Η προσπάθεια των Dohnanyi/Canaris, που ονομάστηκε "Επιχείρηση Επτά", τελικώς διέσωσε 14 Εβραίους στην Ελβετία (οι έντεκα είχαν προσηλυτιστεί στον Χριστιανισμό, οι τρεις όχι). Ο Bonhoeffer χρησιμοποίησε τις επαφές του στο Οικουμενικό κίνημα για την προμήθεια βίζας για την ομάδα. Με δική του προτροπή, ένα από τα διασωθέντα άτομα ήταν και η Charlotte Friedenthal, που είχε εργαστεί με τη Marga Meusel και με την οργάνωση "Gruber Office".

Η Friedenthal έφτασε στην Ελβετία τον Αύγουστο του 1942, οι υπόλοιποι έφτασαν τον Σεπτέμβριο. Το γραφείο του Dohnanyi ξεκίνησε αμέσως σχέδια για μια καινούρια επιχείρηση, αλλά δεν πρόλαβαν, η Γκεστάπο εντόπισε τα τεράστια χρηματικά ποσά που οι συνωμότες είχαν φυγαδεύσει στο εξωτερικό για τους μετανάστες. Ακολούθησαν οι συλλήψεις των Dohnanyi και Bonhoeffer τον Απρίλιο του 1943.

Στην αρχή, η Γκεστάπο αντιμετώπισε την υπόθεση σαν μια υπόθεση διαφθοράς, κατηγορώντας τον Dohnanyi και τους συντρόφους του πως ότι έκαναν το έκαναν για τα λεφτά. Όμως, σύντομα κατάλαβαν πως η επιχείρηση διάσωσης ήταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Ο Bonhoeffer κατηγορήθηκε πως συνωμότησε για να σώσει Εβραίους, πως χρησιμοποίησε τα ταξίδια του στο εξωτερικό για την εξυπηρέτηση μη υπηρεσιακών στόχων, και πως χρησιμοποίησε την υπηρεσιακή του θέση για να βοηθήσει τους ποιμένες της Ομολογούσης Εκκλησίας να αποφύγουν την στράτευση και για την εξυπηρέτηση του δικού του οικουμενικού έργου.

Η αναφορά της Γκεστάπο για τον Bonhoeffer τον περιέγραφε ως "εντελώς δοσμένο στην αντίσταση". Παρόλα αυτά όμως, και παρά την αποτυχημένη προσπάθεια δολοφονίας του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου του 1944, πέρασαν μήνες μέχρις ότου οι Ναζί συνειδητοποίησαν τον βαθμό συμμετοχής του Bonhoeffer στους αντιστασιακούς κύκλους.

Τον Οκτώμβριο του 1944, ο Bonhoeffer μεταφέθηκε στην τρομακτική φυλακή της Γκεστάπο στο Βερολίνο και τον Φεβρουάριο του 1945 μεταφέρθηκε στο Buchenwald. Από εκεί μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Flossenburg όπου στις 9 Απριλίου απαγχονίστηκε, μαζί με τον Canaris, τον Oster, και άλλους συνωμότες. Ο Hans von Dohnanyi και ο Klaus Bonhoeffer εκτελέστηκαν μερικές ημέρες αργότερα.

Ο γιατρός των SS που ήταν παρών στην εκτέλεση του Bonhoeffer, αργότερα αναφέρθηκε σε έναν άνδρα "αφοσιωμένο... γενναίο και νηφάλιο. Ο θάνατός του επακολούθησε μετά απο λίγα δευτερόλεπτα... Δεν νομίζω να έχω δει ποτέ κάποιον να πεθαίνει με τέτοια τέλεια υποταγή στο θέλημα του Θεού."

Ο Bonhoeffer έστειλε ένα τελευταίο μήνυμα, στον George Bell στην Αγγλία: "Αυτό είναι το τέλος, για μένα όμως είναι η αρχή της ζωής".

Τον Δεκέμβριο του 1942, ο Bonhoeffer είχε στείλει ένα Χριστουγεννιάτικο γράμμα (Μετά Από Δέκα Χρόνια) στους στενότερους φίλους του στην αντίσταση. Με έναν πικρά ρεαλιστικό τόνο, αναφέρθηκε στην πιθανότητα πως θα μπορούσαν να αποτύχουν, και πως το έργο της ζωής του θα μπορούσε να μείνει ατελές. Ίσως να αναρωτήθηκε επίσης αν η απόφασή του να επιστρέψει στη Γερμανία και να εργαστεί για τις στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες, ήταν σωστή.
"Θα μπορούσαμε ακόμη να φανούμε σε κάτι χρήσιμοι;" έγραψε.

Έχουμε υπάρξει σιωπηλοί μάρτυρες σε διεστραμμένες πράξεις, έχουμε μουσκευτεί σε πολλές καταιγίδες, έχουμε γίνει καλλιτέχνες στην υπεκφυγή και στην προσποίηση, η εμπειρία μας έχει κάνει καχύποπτους με τους άλλους και μας απέτρεψε από το να είμαστε ειλικρινής και ανοιχτοί, απαράδεκτες συγκρούσεις μας έφθειραν και μας έκαναν κυνικούς. Θα μπορούσαμε ακόμη να φανούμε σε κάτι χρήσιμοι;

Οι εξαναγκασμοί, οι υπεκφυγές και οι συμβιβασμοί του είχαν κοστίσει πολύ. Στάθμισε τα διάφορα κίνητρα για να πολεμήσει κανείς το κακό, σημειώνοντας ότι ακόμα και οι καλύτερες προθέσεις θα μπορούσαν να φανούν αναποτελεσματικές. "Ποιός μένει ανυποχώρητος;" ρώτησε ο Bonhoeffer.

Μόνο αυτός για τον οποίο το τελικό πρότυπο δεν είναι η λογική του, οι αρχές του, η συνείδησή του, η ελευθερία του, η αρετή του, αλλά αυτός που είναι έτοιμος να θυσιάσει όλα αυτά, όταν εν πίστη και εν πλήρη υποταγή στο Θεό καλείται σε υπακοή και υπεύθυνη δράση, το υπεύθυνο άτομο, του οποίου η ζωή δε θα είναι τίποτε άλλο παρά μια απάντηση στην ερώτηση και την κλήση του Θεού.

Σ' αυτή την επιστολή, ένα από τα πιο συγκινητικά και δυνατά γραπτά του, τα διάφορα νήματα της ζωής και του έργου του Bonhoeffer συναντήθηκαν μαζί. Ήταν ένας από τους λίγου
ς στην εκκλησία του που απαίτησαν την προστασία για τους διωκομένους ως ένα απαραίτητο πολιτικό βήμα. Κάλεσε την εκκλησία του, που εκ παραδόσεως ταυτιζόταν με το κράτος, να εναντιωθεί στις συνέπειες αυτής της συμμαχίας.

Η εκκλησιαστική πάλη, καθώς έγραψε προς τον επίσκοπο George Bell το 1934, "δεν ήταν κάτι που συμβαίνει μόνο μέσα στην εκκλησία, αλλά επιτίθεται επίσης στις ίδιες τις ρίζες του Εθνικοσοσιαλισμού. Το σημαντικό είναι η ελευθερία... "

Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Bonhoeffer παρέμεινε περισσότερο θεολογικό και πολιτικό. Η αντιπαράθεση των εκκλησιών σχετικά με την Άρια παράγραφο τον έπεισε πως οι παλιές παραδόσεις είχαν χρεοκοπήσει.

Σε αντίθεση, ο Bonhoeffer έκανε έκκληση για "Χριστιανισμό, όχι θρησκεία" σε "ένα κόσμο που ενηληκιώθηκε", σ' ένα κόσμο στον οποίο οι παλιές σταθερές και αξίες είχαν αντικατασταθεί από τον κυνισμό και την ιδεολογία. Προσπάθησε να προσδιορίσει τι είδους Χριστιανική πίστη ήταν βιώσιμη σ' αυτό το νέο κόσμο, "όχι με στόχο να ξεμπλέξει ηρωικά απ' αυτή την ιστορία", αλλά για να φτάσει σε μια νέα κατανόηση της πίστης, προς χάριν των επόμενων γεννεών.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να γίνει κατανοητή η εξέλιξη των απόψεών του που αφορούν τη σχέση μεταξύ Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού. Η διορατικότητά του αφορούσε λιγότερο τον Ιουδαϊσμό και περισσότερο τον δικό του Χριστιανισμό. Η δήλωσή του το 1941 πως "Ο Εβραίος κρατάει το ερώτημα του Χριστού ανοιχτό", (δημοσιεύτηκε στο Ethics) ήταν μια τελική αναγνώριση πως ο διωγμός της θρησκείας, που ιστορικά αφορά περισσότερο τη δική του, τον είχε οδηγήσει να αναθεωρήσει τον τρόπο που σκεφτόταν για τη δική του πίστη.

Γι' αυτό το λόγο, η μεγαλύτερη επιρροή του
Bonhoeffer στη σημερινή εποχή ασκείται σ' αυτούς τους Χριστιανικούς κύκλους που επιδίωξαν να αναδιατυπώσουν την Χριστιανική θεολογία μετά το Άουσβιτς. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με σιγουριά αν θα εγκατέλειπε την άποψη του supersessionism (πως ο Χριστιανισμός αντικαθιστά τον Ιουδαϊσμό όσον αφορά τις υποσχέσεις του Θεού), ή πως θα είχε αντιμετωπίσει τα θεολογικά ερωτήματα που γεννήθηκαν μετά το Ολοκαύτωμα. Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει το θεολογικό του ταξίδι.

Η τελική κληρονομιά του Bonhoeffer υπερβαίνει τα όρια του κύκλου της Γερμανικής αντίστασης στον οποίο κινήθηκε. Η τραγωδία τους δεν ήταν μόνο η αποτυχία τους, μα πως η αποτυχία τους αποκάλυψε τον βαθμό στον οποίο ήταν "ημιτελής". Καθώς πέρασαν οι δεκαετίες μετά το 1945, έχουμε συνειδητοποιήσει πως το πλαίσιο του Ναζιστικού κακού απαιτούσε ένα πιο ολοκληρωμένο είδος ηρωισμού, ωθούμενο όχι μόνο από την αποστροφή ενάντια στη βαρβαρότητα μιας δικτατορίας, αλλά από μια βαθύτερη επίγνωση του κόστους του αντι-Σημιτισμού, του συμβιβασμού και της συνέργιας.

Αλλά αυτή είναι μια επίγνωση που έχουμε αποκτήσει σταδιακά, με τη βοήθεια και των αυξανόμενων μελετών για το Ολοκαύτωμα. Η συνειδητοποίηση πως ο διάχυτος αντι-Σημιτισμός και αντι-Ιουδαϊσμός σε Χριστιανικούς κύκλους βοήθησε στη δημιουργία συμπεριφορών που κορυφώθηκαν με το Ολοκαύτωμα, μας οδηγεί, να διαβάσουμε τα θεολογικά κείμενα του Bonhoeffer με περισσότερο κριτική διάθεση.

Δεν μπορούμε βέβαια να εθελοτυφλούμε μπροστά στο γεγονός πως αφήνει πίσω του μια κληρονομιά μοναδική ανάμεσα στους θεολόγους και τους ακτιβιστές της εκκλησίας. Είναι ίσως ο μοναδικός Χριστιανός στοχαστής στην ιστορία που διατύπωσε με ευκρίνεια μια θεολογία που πραγματικά αντιπαρατέθηκε με την εποχή του, και το έκανε αυτό χωρίς την γνώση που επακολουθεί την εμπειρία, αλλά κατά την διάρκεια του ίδιου του Τρίτου Ράιχ. Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα ως αναφορά που θα οδηγούνταν αν του επιτρεπόταν. Αλλά, στην πραγματικότητα, τα ερωτήματα που ο
Bonhoeffer άφησε ανεπίλυτα είναι αυτά που και εμείς σήμερα αντιμετωπίζουμε, καθώς συνεχίζουμε να παλεύουμε με τα επακόλουθα του Ολοκαυτώματος.


Βιβλιογραφία:

Barnett, Victoria. For the Soul of the People: Protestant Protest Against Hitler. New York: Oxford University Press, 1992.

Bethge, Eberhard. Dietrich Bonhoeffer: Man of Vision, Man of Courage. New York: Harper and Row, 1970.

Bethge, Eberhard, Renate Bethge and Christian Gremmels, eds. Dietrich Bonhoeffer: A Life in Pictures.Philadelphia: Fortress Press, 1986.

Kelly, Geffrey B. and F. Burton Nelson, eds. A Testament to Freedom: The Essential Writings of Dietrich Bonhoeffer.(revised edition) New York: Harper-Collins, 1995.

Klemperer, Klemens von. German Resistance Against Hitler, 1938-1945. Oxford: Clarendon Press, 1992.

Rasmussen, Larry L. Dietrich Bonhoeffer. Minneapolis: Augsburg Fortress, 1989.



Ντουμπάι Το αραβικό παραμύθι τελειώνει

Γιώργος Ξεπαπαδάκος, φωτογραφία: Μάρω Κουρή. | Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009 [ 10:08 ]

Το Ντουμπάι υπήρξε τα τελευταία χρόνια το όνειρο α λα αραβικά. Αλλά μεσούσης της κρίσης, φαίνεται να πάσχει από το σύνδρομο του Πύργου της Βαβέλ. Εξάντλησε τα όριά του και κινδυνεύει να καταρρεύσει από το ίδιο του το βάρος.

Εκατοντάδες βίλες σε τεχνητά νησιά που μοιάζουν με τον χάρτη της Γης ή με φοίνικα μένουν απούλητες πλάι σε εκείνες του Μπέκαμ, του Μίκαελ Σουμάχερ και του αφγανού προέδρου Καρζάι. Οσοι πρόλαβαν να αγοράσουν σπίτια στο Ντουμπάι, και δεν είναι λίγοι, είδαν την τιμή τους να πέφτει κατά 60% τους τελευταίους μήνες. Μεγαλεπήβολα πρότζεκτ, όπως ο Πύργος του Ντόναλτ Τραμπ που υποσχόταν το απόλυτο της χλιδής, τέσσερα νέα θεματικά πάρκα και ένα τεχνητό νησί δημιουργημένο εκ του μηδενός από την κρατική κατασκευαστική Nakheel, δεν θα τελειώσουν ποτέ.

Φαραωνικά έργα αξίας 582 δισ. δολαρίων, δηλαδή το 45% των συνολικών επενδύσεων στον κατασκευαστικό τομέα, έχουν παγώσει ή ματαιωθεί εξαιτίας της παγκόσμιας ύφεσης. Ανάμεσά τους παραλίγο να βρεθεί και το Μπουρτζ Ντουμπάι, ο ψηλότερος ουρανοξύστης του κόσμου. Η Emaar, η εταιρεία που ανέλαβε την ανέγερσή του, παρέδωσε τα κλειδιά στις τράπεζες του Αμπου Ντάμπι. Μέσα σε λίγες ημέρες ανέλαβε νέο εταιρικό σχήμα αφήνοντας ακόμη στο εργοτάξιο τις επιγραφές και τις σημαίες του προηγούμενου αναδόχου. Ετσι, τα 800 δισ. δολάρια που θα στοιχίσει συνολικά το έργο δεσμεύτηκαν και η αποπεράτωσή του στις 20 Δεκεμβρίου 2009 μοιάζει ξανά εφικτή.

Το Μπουρτζ Ντουμπάι έχει ήδη φτάσει στο προβλεπόμενο ύψος των 818 μ. και διαθέτει 162 ορόφους. Ο πρώτος έχει εμβαδόν τεσσάρων ποδοσφαιρικών γηπέδων. Ο τελευταίος πριν από το αλεξικέραυνο δεν ξεπερνά τα 100 τετραγωνικά.

Αλλά πάνε οι παλιές καλές ημέρες που η αμετροέπεια έβρισκε γαλαντόμους επενδυτές. Τότε που οι μεγάλες πολυεθνικές σχημάτιζαν ουρές στα κτηματομεσιτικά γραφεία της πόλης για να αγοράσουν ορόφους. Οσες ξένες εταιρείες ήρθαν εδώ στις αρχές του οικονομικού μπουμ και ανοίχτηκαν, με την πρώτη ευκαιρία τα μαζεύουν.

Ο Κασίν Μποπάλ είναι από τη Σρι Λάνκα και εργάζεται στο πάρκινγκ του νέου αεροδρομίου. «Βρίσκουμε συνεχώς εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, από φανταχτερά 4x4 ως Porsche. Οι ιδιοκτήτες τους, Ευρωπαίοι πρώην ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι, φεύγουν σαν τους κλέφτες για να μην τους πιάσει η Σαρία». Και πώς να μη φύγουν όταν κινδυνεύουν, εξαιτίας του ισλαμικού νόμου, να βρεθούν στις φυλακές για μια ακάλυπτη επιταγή.

Αν απολυθεί αλλοδαπός υπάλληλος, η άδεια παραμονής του λήγει αυτομάτως και πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα σε 30 ημέρες. Και αν ένας πακιστανός χειριστής ανυψωτικού είναι εύκολο να βρει ξανά δουλειά, έστω με μικρότερο μισθό ως παράνομος, ένας γερμανός μηχανικός, ένας μάνατζερ από την Αγγλία ή ένας γάλλος διαφημιστής ούτε κατά διάνοια δεν μπορεί να κάνει το ίδιο.

Ο σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Ρασίντ αλ Μακτούμ, όταν προωθούσε πριν από δέκα χρόνια τον μεγαλύτερο οικοδομικό οργασμό που γνώρισε ποτέ η Μέση Ανατολή, είχε θέσει έναν στόχο: να μετακινήσει την οικονομία του εμιράτου από το πετρέλαιο στον μαζικό τουρισμό και να προσελκύει από το 2010 και έπειτα πάνω από 15 εκατομμύρια τουρίστες τον χρόνο. Τον πρόλαβε η διεθνής οικονομική κρίση και σήμερα το 75% των δωματίων στα υπερπολυτελή ξενοδοχεία της φουτουριστικής πόλης του είναι άδεια.

Οι ημέρες δόξας τελείωσαν και για τα μεγάλα εμπορικά κέντρα. Διασχίζουμε το Ιμπν Μπατούτα καθημερινή πρωί. Οταν δεν περπατάμε πάνω σε μάρμαρο, πατάμε σε αλάβαστρο. Προσπερνάμε ψηφιδωτά, αγάλματα, επιχρυσωμένους κίονες και γαλαρίες με αραβουργήματα. Οι σεκιουριτάδες σε εγρήγορση, οι καθαρίστριες με τις φωσφοριζέ στολές τους το ίδιο, οι πωλητές στη θέση τους, τα προϊόντα άφθονα, οι βιτρίνες στην εντέλεια. Μόνο που κάτι λείπει. Ο κόσμος. Ερημιά! «Οι τουρίστες παλαιότερα δεν ρωτούσαν για τις τιμές» λέει η Εσμα, πωλήτρια σε φραντσάιζ γαλλικού οίκου. «Τώρα κάνουν παζάρια ακόμη και για ένα T-shirt. Οι μόνοι που συνεχίζουν να καταναλώνουν με τον ίδιο ρυθμό είναι οι Σαουδάραβες».

Ναι, ο τόπος εξακολουθεί να είναι ένας επίγειος παράδεισος για σεΐχηδες, ρώσους ολιγαρχικούς, ή άλλους άθικτους, αλλά μόνο για αυτούς. Οι τράπεζες σταμάτησαν να δανείζουν και το πιο δυναμικό χρηματιστήριο του αραβικού κόσμου είδε τους όγκους των συναλλαγών του να μειώνονται κατά 70%.

Οι επιπτώσεις από τη φούσκα του υπερδανεισμού δεν ακουμπούν μόνο τα μεσαία και τα ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων.

Πάνω από μία δεκαετία το εμιράτο ήταν μαγνήτης για χιλιάδες Νοτιοασιάτες που τροφοδοτούσαν τον κατασκευαστικό τομέα με πάμφθηνο εργατικό δυναμικό. Με λιοπύρι ή αμμοθύελλα, σε διπλές και τριπλές βάρδιες, για 600 ντιρχάμ τον μήνα, έχτισαν την πόλη με τους πιο πολλούς ουρανοξύστες στον κόσμο. Τώρα πια, δεν ξέρουν αν θα έχουν δουλειά αύριο.

Ενας όρος που χρησιμοποιείται κατά κόρον στο Ντουμπάι αντί για τη λέξη απόλυση είναι «υποχρεωτική άδεια άνευ αποδοχών». Μας τον εξήγησε ένας αγγλόφωνος ηλεκτροσυγκολλητής από την Καλκούτα, ο Ράφι. Εργαζόταν ως οδηγός στη Netlink Blue όταν του ανακοίνωσαν ότι βρίσκεται σε υποχρεωτική άδεια και ότι θα τον πάρουν τηλέφωνο μόλις τον ξαναχρειαστούν. Πέρασαν πέντε μήνες ώσπου να ξαναβρεί μεροκάματο και σε όλο αυτό το διάστημα δεν έτρωγε κάθε ημέρα. Τώρα σκαλίζει παρτέρια για λογαριασμό ντόπιου εργολάβου στον δήμο.

Υπάρχουν εργάτες που ήρθαν στο Ντουμπάι μέσω εταιρειών που επινοικιάζουν εργατική δύναμη στις κατασκευαστικές. Ενας από αυτούς είναι ο Αλ Ζαμάν, ένας 42χρονος Σιχ από το Παντζάμπ: «Εδωσα πάνω από 2.700 δολάρια σε έναν πράκτορα στο Δελχί για να προσληφθώ στην Εmaar. Για να τα βρω, μάζεψα όλες μου τις οικονομίες και δανείστηκα και από συγγενείς. Η εταιρεία έκλεισε, ξανάνοιξε με άλλη μορφή και επαναπροσέλαβε το προσωπικό της. Οχι όλο. Εγώ και άλλοι 65 συνάδελφοί μου, λίγο μεγαλύτεροι σε ηλικία, μείναμε απέξω. Αμα δεν έβρισκα δουλειά σε γειτονικό εργοτάξιο, θα είχα πηδήξει από τη σκαλωσιά».

Ο Φερνάντο, ένας 26χρονος χειριστής μπουλντόζας από τις Φιλιππίνες, εργαζόταν επί έναν χρόνο σε εργοστάσιο αλουμινίου. Τον περασμένο Μάρτιο του ανακοίνωσαν την απόλυσή του. Το συμβόλαιο ήταν διετές αλλά δεν προέβλεπε αποζημίωση. «Τώρα βλέπω αστυνομικούς και τρέχω? αν με απελάσουν στη χώρα μου, δεν έχω πού να μείνω. Το χωριό μας καταστράφηκε από πλημμύρα». Ακούμε την οδύσσεια όλων αυτών των ανθρώπων και σκεφτόμαστε τι θα απογίνουν αν επαληθευτούν οι εκτιμήσεις του HSBC και της Moody’s Investor για περαιτέρω πάγωμα των μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων. Θα βρεθούν στον δρόμο δύο εκατομμύρια είλωτες που δεν θα έχουν τίποτε να χάσουν; `Η θα εμφανιστεί εγκαίρως ένας σωτήρας;

Το Αμπου Ντάμπι διαθέτει την απαιτούμενη ρευστότητα για να παίξει αυτόν τον ρόλο. Αν αποκτήσει και την ανάλογη αποφασιστικότητα, τότε ναι μεν το Ντουμπάι θα σωθεί, αλλά δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο. Οι ηγεμόνες του γειτονικού εμιράτου μπορεί να κολυμπούν στο πετρέλαιο, ασπάζονται όμως ακραίες ισλαμιστικές ιδέες και θα βάλουν στους ουρανοξύστες φερετζέ.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 455, σελ. 50-54, 5/07/2009.

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

Michael Jackson

Chuck Colson
Christian Post Guest Columnist
Wed, Jul. 08 2009 11:44 AM EDT


Ο Andrew Sullivan στο Atlantic Monthly blog το εξέφρασε πολύ καλά, ο Μαϊκλ Τζάκσον ήταν "ότι λατρεύει η σύγχρονη κουλτούρα μας και παρόλα αυτά ήταν απεγνωσμένα δυστυχισμένος, βασανισμένος, φοβισμένος και μόνος."
Ήταν, σημειώνει ο Sullivan, ένα πλάσμα της δικής μας κουλτούρας, που τοποθετεί τη "φήμη, τη διασημότητα" στο επίκεντρο, με το χρήμα να αποτελεί την κινητήρια δύναμη, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για το άτομο που μπλέκεται σ' αυτήν, ή για τον χαρακτήρα του ατόμου αυτού...







Human Rights Law Network


Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία πως ο προσανατολισμός του νομικού συστήματος στην Ινδία είναι προς τις ανάγκες των πλουσίων και δεν νοιάζεται καθόλου για τις ανάγκες των φτωχών. Η ιδιοκτησία και όχι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι στη καρδιά της φιλοσοφίας του.

Θεμελιώδεις κοινωνικές αλλαγές λοιπόν θα πραγματοποιηθούν μέσα από κοινωνικά κινήματα.

Παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, οι φτωχοί βρίσκονται με τη πλάτη στον τοίχο, συχνά με μοναδική επιλογή να πάνε στα δικαστήρια.

Είναι καθήκον των δικηγόρων να τους υπερασπιστούν...












Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Οι ατσάλινες αρτηρίες του Καλβίνου

Με τη συμπλήρωση 500 χρόνων από τη γέννηση του ελβετού θεολόγου μια νέα βιογραφία φωτίζει τη ζωή, το έργο και την προσωπικότητα της κορυφαίας αυτής μορφής του Προτεσταντισμού

του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ | Κυριακή 5 Ιουλίου 2009


Στις 10 Ιουλίου, πριν από 500 χρόνια, σε μια μικρή πόλη της γαλλικής Πικαρδίας, γεννήθηκε ένα παιδί που με τη ζωή, το έργο, το κήρυγμα και τη δράση του θα σφράγιζε τον κόσμο της δυτικής χριστιανοσύνης, αλλά και τα ήθη και τον πολιτισμό της Κεντρικής Ευρώπης, των Κάτω Χωρών και της Σκανδιναβίας, όπως αργότερα και των Ηνωμένων Πολιτειών. Το παιδί αυτό υπήρξε φιλάσθενο, όμως διέθετε, καθώς γράφει σε ένα ωραίο του ποίημα ο Τεντ Χιουζ, «ατσάλινες αρτηρίες». Το ονοματεπώνυμό του: Ιωάννης Καλβίνος. Το συγγραφικό έργο αυτής της εξέχουσας προσωπικότητας του Προτεσταντισμού είναι σχεδόν άγνωστο στη χώρα μας. Στην αγορά δεν κυκλοφορεί ούτε ένα έργο του Καλβίνου- κι ελάχιστα από τα κείμενα του πατέρα του Προτεσταντισμού, του Λούθηρου. Και όμως, η πολιτική και πολιτισμική σημασία του έργου και των δύο υπήρξε τεράστια. Αν λ.χ. οι πηγές του δοκιμίου, όπως τουλάχιστον γράφεται σήμερα στον δυτικό κόσμο, βρίσκονται στις βιογραφίες του Πλουτάρχου, στις δημηγορίες του Θουκυδίδη και στον Σενέκα, σε αυτές θα πρέπει να προσθέσουμε και το έργο του Λούθηρου που βασίζεται στο κήρυγμα του άμβωνα, και του Καλβίνου, που ο λόγος του είναι πιο σύνθετος, χωρίς τη σπαρτιατική απλότητα του Λούθηρου, αλλά εξίσου ορθοτομημένος και βασισμένος στα επιχειρήματα τα οποία επιστρατεύει η ακράδαντη πίστη στον κοινοτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας. Εύλογα συμπεραίνει κανείς πως και μόνο για το γεγονός ότι ανήκουμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια θα έπρεπε τουλάχιστον στο ευρύτερο κοινωνικό και φιλοσοφικό επίπεδο να γνωρίζουμε από πρώτο χέρι το έργο των επιφανέστερων φυσιογνωμιών του Προτεσταντισμού. Ας θυμίσω ότι το έργο μεγάλων μορφών της Καθολικής Εκκλησίας, όπως οιΕξομολογήσεις του ιερού Αυγουστίνου, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά (από τη Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου που τις απέδωσε εξαίρετα στη γλώσσα μας). Ας προσθέσω εδώ την οξύτατη παρατήρηση του Τζορτζ Στάινερ ότι η απλότητα της γραφής του Μπέρτολτ Μπρεχτ παραπέμπει ευθέως στην παράδοση που δημιούργησε ο Λούθηρος.

Περίπλοκη προσωπικότητα
Στις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Υale, επί τη ευκαιρία της συμπλήρωσης 500 χρόνων από τη γέννηση του Καλβίνου, κυκλοφόρησε πρόσφατα μια βιογραφία του Ιωάννη Καλβίνου γραμμένη με τη γνωστή αγγλοσαξονική «ανεξιθρησκία» από μια αυθεντία στα ζητήματα του Προτεσταντισμού, τον Μπρους Γκόρντον, καθηγητή στη Σχολή Θεολογίας του ομώνυμου πανεπιστημίου. Βιβλίο απολύτως τεκμηριωμένο, με εξαντλητική χρήση των πηγών, αλλά και με γλαφυρό ύφος που το καθιστά ελκυστικό στον μέσο αναγνώστη. Στόχος του να παρουσιάσει τη σύνθετη και περίπλοκη προσωπικότητα του Καλβίνου και να αναδείξει μαζί με τον άτεγκτο θεολόγο και τον φανατικό κήρυκα του Ευαγγελίου (που μελετώντας αυτού κυρίως το έργο ο Μαξ Βέμπερ διατύπωσε την περίφημη θεωρία του περί καπιταλισμού και προτεσταντικής ηθικής), και τον άνθρωπο με τις περιπέτειες, τα δράματα, τις δυσκολίες και τα προβλήματά του. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στην περίπτωση του Καλβίνου ζωή και έργο ταυτίζονται και πως και τα δύο ορίζονται από έναν και μόνο παράγοντα: την απόλυτη αφοσίωση στον Θεό. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που οτιδήποτε δεν πηγάζει από την αφοσίωση αυτή όχι απλώς να είναι επουσιώδες, αλλά στην ουσία σαν να μην υφίσταται.

Τα παραπάνω ωστόσο δεν σημαίνουν πως ο Καλβίνος ήταν ένα μοναχικό ον με μόνο στόχο την επιβολή των ιδεών του στους άλλους μέσω μιας θρησκείας όπου θα κυριαρχούσε ο μονολιθικός χαρακτήρας του δόγματος. Πέραν του ότι το πεδίο όλων των αναφορών του ήταν η Βίβλος, ο Καλβίνος βρισκόταν σε συνεχή επαφή με ποικίλα δίκτυα, με ομάδες, με κοινότητες, με τοπικές οργανώσεις και με άτομα. Η οικογένεια, οι συγγενείς και οι φίλοι του έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή του, μολονότι η παρουσία του και η σιδηρά πειθαρχία που επέβαλλε στον εαυτό του και στους άλλους επισκίαζαν τους πάντες γύρω του. Ο ίδιος δεν ήθελε να γίνει πρόσωπο αναφοράς, ένα είδος ας πούμε ζωντανού θρύλου εν ζωή- ακόμη και μετά θάνατον. Είχε συνείδηση αποστολική και για τον εαυτό του δεν έγραψε σχεδόν τίποτε. Ελάχιστες αυτοβιογραφικές νύξεις υπάρχουν στα γραπτά του. Το 1957 βεβαίως, σε υπόμνημά του για μια έκδοση των Ψαλμών, δίνει κάποια στοιχεία πνευματικής αυτοβιογραφίας του. Εν τούτοις, με τα σημερινά δεδομένα, όπως σημειώνει ο Μπρους Γκόρντον, ούτε εδώ υπάρχει κάτι από το οποίο θα μπορούσαμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τη ζωή του εκτός Εκκλησίας. Ακόμη και στις επιστολές του δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε προσωπικό. Ο λόγος είναι απλός: ο Καλβίνος απομόνωσε τον εαυτό του από τη ζωή και το έργο του προκειμένου να δημιουργήσει χώρο για τους πιστούς ώστε να επικοινωνούν ευθέως με τον Θεό.

Εν τούτοις αυτή η θαυμάσια βιογραφία μάς οδηγεί και σε άλλα συμπεράσματα. Πρώτον, ότι ο Καλβίνος είχε σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις του με τους άλλους. Τον χώριζε λες κάποιο αόρατο τείχος, πάνω στο οποίο έπεφτε η βαριά σκιά ενός Θεού η απόλυτη θέληση του οποίου εκμηδένιζε τα πάντα. Δεύτερον, πως στη δημόσια σφαίρα εμφανιζόταν με απαρασάλευτες βεβαιότητες όσον αφορά το ηθικό, το δογματικό και το ερμηνευτικό πεδίο. Ο Θεός του ήταν ένα υπεραξίωμα που κανείς δεν θα τολμούσε όχι να το αμφισβητήσει αλλά ούτε καν να το εξετάσει εκτός Βίβλου. Μολονότι το πρότυπό του υπήρξε ο Απόστολος Παύλος για τον ίδιον η αξία της κατήχησης βασιζόταν στην απόλυτη ταύτιση με την Αγία Γραφή.
Καλός σύζυγος και πατέρας
Ο Καλβίνος ήταν καλός σύζυγος και πατέρας. Οταν έβγαινε στη δημόσια αρένα ωστόσο μεταχειριζόταν τους αντιπάλους του με σκληρότητα κι εκδικητικότητα. Την άποψη που σχημάτιζε για έναν άνθρωπο δεν την άλλαζε ποτέ. Φαινόταν εγωιστής, όμως δεν ήταν. Δεν έβγαινε στο προσκήνιο ο εαυτός του, αλλά η φωνή του δόγματος, ο λόγος του Ευαγγελίου. Η άγνοια ή το σφάλμα δεν τον ενοχλούσαν. Εν τούτοις ουδέποτε ανέχθηκε τη διαφορετική γνώμη και ουδέποτε τη συζήτησε. Η απάντησή του σ΄ αυτές τις περιπτώσεις ήταν η αμείλικτη πολεμική.

Τον πυρήνα του καλβινιστικού κοινοτισμού τον συνιστούσε η συγκρότηση της κοινότητας υπό την αιγίδα της Εκκλησίας- και κάτω από τη βαριά σκιά του Θεού. Η ανάπτυξη των προτεσταντικών Εκκλησιών και των κοινοτήτων στην Ευρώπη και στον Νέο Κόσμο, η διασπορά και εν μέρει η πολυμορφία τους είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του δυτικού κόσμου που στην επίδρασή του συχνά δεν δίνουμε τη δέουσα προσοχή. Το θέμα επομένως δεν είναι αν η καλβινιστική διδασκαλία είχε θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα, αλλά πώς το έργο και η δράση του Καλβίνου επέδρασαν όχι μόνο στον Χριστιανισμό, αλλά και στην πολιτική, την κοινωνική, την πολιτιστική, ακόμη και στην οικονομική ιστορία του δυτικού κόσμου. Και από την άποψη αυτή η βιογραφία του από τον Μπρους Γκόρντον είναι ένα εξαίρετο βοήθημα.

Η ορατή και η αόρατη Εκκλησία

Ο Ιωάννης Καλβίνος (Jean Calvin) γεννήθηκε στη Νουαγιόν της Νότιας Γαλλίας.Ηταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά (όλα αγόρια) του G rard Calvin.Στα δώδεκα χρόνια του προσελήφθη από έναν επίσκοπο να δουλέψει για την εκκλησία του.Αργότερα σπούδασε σε κολέγιο Λατινικά και στη συνέχεια Φιλοσοφία.Το 1525 ο πατέρας του τον έγραψε στο Πανεπιστήμιο της Ορλεάνης να σπουδάσει Νομικά.Το 1532 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο πάνω στο έργο του Σενέκα De Clementia. Αλλά εκείνη την εποχή στη Γαλλία και σε άλλα μέρη της Ευρώπης ζούσαν τη σύγκρουση ανάμεσα στους ανθρωπιστές-μεταρρυθμιστές και στους συντηρητικούς καθηγητές,όπως και τις διοικητικές αρχές των πανεπιστημίων.Τότε ο Καλβίνος αποφάσισε ότι θα αφιέρωνε εφεξής τη ζωή του στη θρησκευτική μεταρρύθμιση.

Οι απόψεις και η δράση του προκάλεσαν την οργή των Αρχών και της Καθολικής Εκκλησίας. Δύο χρόνια αργότερα αναγκάστηκε να καταφύγει στο εξωτερικό. Η Γενεύη της Ελβετίας ήταν ο τόπος όπου θα ανέπτυσσε το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του,καθιστώντας την προπύργιο του Προτεσταντισμού.Αλλά ως το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να ταξιδεύει.Στην Ιταλία, τη Γερμανία,στις Κάτω Χώρες.Ηταν ηγετική μορφή που τη φλόγιζε το αποστολικό πνεύμα,γι΄ αυτό και πολλοί τον θεωρούν τη δυτική,ας πούμε,εκδοχή του Αποστόλου Παύλου.Ηταν ικανός να συνενώνει όπως και να στηλιτεύει με δριμύτητα ιερωμένους και λαϊκούς,πρίγκιπες και βασιλείς,πλούσιους και φτωχούς.Κήρυττε την απόλυτη πειθαρχία,τη με αυστηρότητα τήρηση των αρχών της Αγίας Γραφής και ήταν αμείλικτος εχθρός των φιλελεύθερων ιδεών.Οχι τόσο για το δημοκρατικό τους περιεχόμενο,αλλά όσο γιατί θεωρούσε ότι αποτελούσαν τις σύγχρονες μορφές ειδωλολατρίας.

Τα κηρύγματα,τα γραπτά,οι λόγοι και οι επιστολές του βασίζονται στον προσδιορισμό της ορατής και της αόρατης Εκκλησίας.Η ορατή είναι η επίγεια Εκκλησία που περιέχει στους κόλπους της τους πιστούς που ομνύουν στο όνομα του Χριστού και τηρούν κατά γράμμα τις αρχές του Ευαγγελίου.Αλλά η αόρατη είναι η αιώνια Εκκλησία με όλους τους πιστούς, ζωντανούς και νεκρούς,από καταβολής δηλαδή κόσμου.Και φυσικά η αόρατη περιέχει και την ορατή Εκκλησία.

Στη διαθήκη του τον Απρίλιο του 1564 εμφανίζεται διχασμένος ανάμεσα στην απόλυτη πίστη στο Ευαγγέλιο και στην αποστολή που ανέλαβε: να το διδάξει και να επιβάλει τις αρχές του, και στα αποτελέσματα της δράσης του,η οποία θεωρεί ότι δεν ανταποκρίθηκε όπως θα έπρεπε στο κάλεσμα που είχε λάβει νέος.Είναι η τελική απόδειξη του διχασμού μέσα στον οποίο έζησε όλη του τη ζωή- και σε καθεστώς εξορίας, μια εξορία μολαταύτα ανύπαρκτη για τον ίδιο,όπως και για κάθε «συνεπή» χριστιανό που ζώντας στη μεγάλη οικουμενική πατρίδα της Εκκλησίας δεν έχει ανάγκη κοσμικής πατρίδας.Ο διχασμός του επομένως συνίσταται στην έλλειψη απόλυτης συμβατότητας προθέσεων και αποτελεσμάτων.Αυτό σήμερα ακούγεται σχεδόν σαν εξομολόγηση κάποιας αμαρτίας,όπως ας πούμε το προπατορικό αμάρτημα.Αλλά το ότι 500 μετά τη γέννηση του Καλβίνου οι οπαδοί του είναι οι αυστηρότεροι και σκληρότεροι προτεστάντες δείχνει την τεράστια δύναμη της προσωπικότητάς του,της διδασκαλίας του, όπως και των παρενεργειών της.


http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artId=277006&dt=05/07/2009


Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Στο Ιnternet ο Σιναϊτικός Κώδικας, το αρχαιότερο χειρόγραφο της Βίβλου


Περίπου 800, από τις 1460 σελίδες, της Βίβλου έχουν ανακτηθεί και δημοσιευτεί στο Ίντερνετ. Έτσι, οι ιστοσελίδες περιλαμβάνουν, πλέον, και το παλαιότερο χειρόγραφο κείμενο της Καινής και μέρος της Παλαιάς Διαθήκης, με Κώδικα που είναι γραμμένος σε κεφαλαιογράμματη τετραγωνισμένη ελληνική γραφή.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον «Σιναϊτικού Κώδικα», το αρχαιότερο χειρόγραφο που περιέχει το πλήρες Κείμενο της Καινής Διαθήκης και μέρος της Παλαιάς Διαθήκης.

Οι χρήστες του Ίντερνετ δεν έχουν παρά να επισκεφθούν την ιστοσελίδα

www.codexsinaiticus.org.

Η ψηφιοποίησή του έγινε με τη συνεργασία βρετανικών, γερμανικών, αιγυπτιακών και ρωσικών ινστιτούτων και ο ιστοτόπος περιλαμβάνει και διευκρινήσεις στην ελληνική γλώσσα.

«Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους θησαυρούς της ανθρωπότητας» δήλωσε ο προϊστάμενος του Τμήματος Μεσαιωνικών Χειρογράφων και Χειρογράφων των Πρώιμων Χρόνων τής Βρετανικής Βιβλιοθήκης του Λονδίνου, Δρ. Σκοτ ΜακΚέντρικ.

«Το ηλικίας 1.600 ετών χειρόγραφο ανοίγει ένα 'παράθυρο' στην εξέλιξη του Χριστιανισμού και παρέχει στοιχεία για το πώς μεταδόθηκε το μήνυμα της Βίβλου από γενιά σε γενιά» πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας τη σημασία που έχει η ψηφιοποίηση του Κώδικα για τους ερευνητές.

Ο Σιναϊτικός Κώδικας χρονολογείται στα μέσα του 4ου αιώνα και ανακαλύφθηκε στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι συντάχθηκε σε 50 αντίγραφα, κατ' εντολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Την άποψη αυτή δεν συμμερίζεται η Μονή.

Τον Κώδικα ανακάλυψε ο Γερμανός μελετητής Κόνσταντιν φον Τίσεντορφ, ο οποίος σταδιακά τον μετέφερε στη Ρωσία. Το 1935 το τότε σοβιετικό καθεστώς πούλησε το χειρόγραφο στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και έκτοτε βρίσκεται.


ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4525275&ct=4